Αἰπύτου

Αἴπυτος
masc gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • AEPYTUS — I. AEPYTUS Elati fil. Arcadum Rex: cum templum Neptuni equestris, in monte Halesio, prope Mantineam, vetitus licet, intrâsset, marinae aquae e sacris latebris erumpentis vi subitâ excaecatus, non multo post in venatione a sepe serpente ictus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Αρνιωτάκης, Μιχαήλ — (1841 – 1910).Ηθοποιός του θεάτρου. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διορίστηκε υπογραμματέας στο ειρηνοδικείο της Αθήνας, θέση που εγκατέλειψε το 1865, ύστερα από παρότρυνση του θιασάρχη Π. Σούτσα να εργαστεί ως τακτικός ηθοποιός στον …   Dictionary of Greek

  • Κρεσφόντης ή Κρεοφόντης — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Ηρακλείδη Αριστόμαχου, εγγονός του Κλεοδαίου και δισέγγονος του Ύλλου, ένας από τους Δωριείς κατακτητές της Πελοποννήσου. Σύμφωνα με την παράδοση, μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου και αφού οι Δωριείς διένειμαν… …   Dictionary of Greek

  • Τεγέα — Oνομασία αρχαίων ελληνικών πόλεων. 1. Πόλη της Κρήτης. Κατά την παράδοση την έχτισε ο Αγαμέμνονας, γυρνώντας από την Τροία. Στην ίδια παράδοση ο βασιλιάς των Μυκηνών έχτισε στο νησί και 2 άλλες πόλεις. Ο Στέφανος Βυζάντιος όμως γράφει: «έστι και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.